Le soleil ni la mort ne se peuvent regarder en face



Le soleil ni la mort ne se peuvent regarder en face.
(Κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει καταπρόσωπο τον ήλιο ούτε τον θάνατο)

FRANCOIS DE LA ROCHEFOUCAULD, ΓΝΩΜΙΚΟ 26

Οι σκέψεις πολλές και διάχυτες, τα συναισθήματα ανολοκλήρωτα και το καλοκαίρι αφορμή για μικρές εκτονώσεις . Είναι που όταν χαλαρώνεις σου βγαίνει η κούραση…
Καθισμένος στο κατάστρωμα της επιστροφής με τον φόβο στον μυαλό για μελέτη, εστιάζω στον φόβο του θανάτου. Είναι μεσημέρι ο ήλιος ανυπόφορος και όλοι μαυρισμένοι στοιβαγμένοι στο καφέ και στο φαστφουντάδικο του πλοίου να τρώνε (κυριολεκτικά) την ώρα τους. Διαβάζω αυτό το γνωμικό για τον ήλιο και τον θάνατο και η σύνδεση μου μοιάζει αφοπλιστικά ταιριαστή. Η τηλεόραση στις αεροπορικές παίζει ειδήσεις με θέμα τον φόβο των μεταναστών , των βιαστών , των διαρρηκτών και πηγαδάκια με τα σλιπιγκ –μπαγκ στους διαδρόμους μιλάνε για ενδεχόμενες εντάσεις. Στα καναπεδάκια μπροστά στην reception μιλάνε για τα επιδόματα και τις συντάξεις που κόπηκαν. Και όλα αυτά υπό σκιά…  και ο Πειραιάς να είναι ακόμα μακριά.

Αναρωτιέμαι μετά από διακοπές, δεν έχεις άλλα πράγματα να μοιραστείς, να πεις, να ακούσεις; - Είναι η σκληρή πραγματικότητα. Σκέφτομαι  είναι αυτό που τους πονάει  ή που τους αφορά. – Και γιατί δεν κάνουν κάτι; - Σαν τι; Κενό και γυρίζω στα βιβλία μου.

…Ο Επίκουρός πίστευε πως η ρίζα της δυστυχίας ήταν ο αδιάλειπτος φόβος μας για τον θάνατο…

Τον πλησιάζουμε, σκέφτομαι , όχι μόνο τον Πειραιά αλλά και τον θάνατο . Κάθε μέρα και πιο πολύ και βιολογικά και κοινωνικά. Τον νιώθεις δίπλα σου.  Διαβάζω πως κάθε μέρα ζωής δεν είναι μόνο μια μέρα πιο κοντά στον θάνατο αλλά μια ακόμη μέρα μακριά του. Τι δύναμη μπορεί να σου δώσει μια αυτοκτονία; Τι κίνητρο μια απώλεια; Και είναι αυτή η μικρή μεταστροφή στο νόημα που μπορεί να σε κάνει να τρέξεις , να ζήσεις , να ζητήσεις , να διεκδικήσεις και να ρισκάρεις κάνοντας τον φόβο σου κάτι.

Κατεβαίνουμε στο λιμάνι. Ζέστη. Με στόχο τον ηλεκτρικό συναντάω γνωστό που μου αφηγείται πως τα σκυλιά των γειτόνων του , του φάγανε τον δικό του. « και δεν φταίνε τα κακόμοιρα, φαντάσου που έχουμε φτάσει που τα είχαν  εκπαιδεύσει έτσι από τον φόβο τους να μην τους κάνει κανείς κακό... τον φάγανε ζωντανό!» Μετά η συζήτηση κινήθηκε στην θλίψη της απώλειας και στον βάναυσο θάνατο. Η επιστροφή απότομη σκέφτομαι. Τι κάνουμε;

Επιστέφω σπίτι. Η Ομόνοια άδεια. Έξω από το σπίτι λογαριασμοί. Τα φυτά ευτυχώς δεν ξεράθηκαν. Μπαίνω κατευθείαν για μπάνιο. Η επιλογή του ελεύθερου ( και από επιλογή και για την ψευδαίσθηση της έννοιας στην εποχή που ζούμε) το έκανε απαραίτητο. Παρατηρώ πως έχω καεί πολύ και ξεφλουδίζω. Ο ήλιος μου έχει κάνει πολλά σημάδια.

Σκέφτομαι, αν κάνουμε προσπάθειες να κοιτάξουμε  τον ήλιο γνωρίζοντας το κόστος γιατί δεν κάνουμε το ίδιο και με τον θάνατο;
Ξεφυλλίζω και πάλι σημειώσεις  και βρίσκω:

«τους ανθρώπους δεν τους ταράζουν τα γεγονότα , τους ταράζει η άποψη που έχουν γι’ αυτά»
Το σκέφτομαι, για ώρα… βλέπω μια κατσαρίδα στο πάτωμα.
Πρώτη σκέψη – τσάμπα τα λεφτά τις απολύμανσης .
Πάντως υπήρξε και δεύτερη…

κείμενο / Γιάννης Σιούτης
φωτογραφία / nomadesartcore